Χρυσηίδα Κιτσαρά, & Μαρίνα Λάτσα: Το χρώμα αποτελεί έναν «ζωντανό» παράγοντα που μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου

Η Χρυσηίδα Κιτσαρά και η Μαρίνα Λάτσα από την Elval Colour μιλούν στο alumini για τη σημασία του χρώματος στις αρχιτεκτονικές κατασκευές και τους τρόπους που μπορούν να κάνουν μια απόχρωση να αντέχει περισσότερο στον χρόνο και στις φθορές.

Συνέντευξη στην Αλεξία Καλογεροπούλου

Τι είναι χρώμα;

Το χρώμα είναι ένας τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Δεν αποτελεί ιδιότητα των υλικών καθαυτή, αλλά το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του φωτός με την ύλη και της ερμηνείας αυτής της πληροφορίας από το οπτικό μας σύστημα. Με άλλα λόγια, το χρώμα είναι μια εμπειρία που γεννιέται ανάμεσα στο φως, το αντικείμενο και τον παρατηρητή.

Πώς το αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος;

Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το χρώμα μέσω της επεξεργασίας συγκεκριμένων μηκών κύματος φωτός που φτάνουν στα μάτια μας. Τα φωτοευαίσθητα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς αποκωδικοποιούν αυτές τις πληροφορίες, τις μετατρέπουν σε ηλεκτρικά σήματα και τις αποστέλλουν στον εγκέφαλο, όπου τελικά «προκαλείται» η εμπειρία του χρώματος. Η αντίληψή μας επηρεάζεται από πλήθος παραγόντων: τον φωτισμό, το περιβάλλον, τη γωνία παρατήρησης και ακόμη και τις προσδοκίες μας.

Γιατί είναι σημαντικό το χρώμα στις αρχιτεκτονικές κατασκευές;

Το χρώμα είναι ένας από τους πιο άμεσους επικοινωνιακούς μηχανισμούς της αρχιτεκτονικής. Διαμορφώνει την ταυτότητα ενός κτιρίου, δημιουργεί ατμόσφαιρα και κατευθύνει την ψυχολογική εμπειρία του χρήστη. Στις μεταλλικές κατασκευές, και ιδιαίτερα στο αλουμίνιο, το χρώμα δεν είναι μόνο αισθητικό στοιχείο αλλά και τεχνικό: προστατεύει την επιφάνεια, συμβάλλει στη θερμική συμπεριφορά και επηρεάζει τη μακροχρόνια αντοχή.

Συχνά το χρώμα που επιλέγεται από το χρωματολόγιο διαφέρει από το τελικό αποτέλεσμα, μετά την εφαρμογή του. Πού οφείλεται αυτό; Μπορεί να αποφευχθεί;

Αρχικά, είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε τι εννοούμε με τον όρο «χρωματολόγιο». Υπάρχουν οι καρτέλες – χρωματολόγια σε χαρτί, καθώς και χρωματολόγια με φυσικά δείγματα. Στην πράξη, το χρώμα που βλέπουμε σε ένα εκτυπωμένο χρωματολόγιο σπάνια ταυτίζεται πλήρως με το τελικό αποτέλεσμα πάνω στο αλουμίνιο, καθώς το χρωματολόγιο δεν προκύπτει από την ίδια παραγωγική διαδικασία με την πραγματική βαφή. Ωστόσο, αυτές οι αποκλίσεις μπορούν να μειωθούν σημαντικά με τη χρήση πραγματικών δειγμάτων παραγωγής, στο ίδιο υπόστρωμα και με την ίδια μέθοδο εφαρμογής που θα χρησιμοποιηθεί στο έργο.

Παράλληλα, το μέγεθος της επιφάνειας έχει καθοριστικό ρόλο: ένα μικρό δείγμα συνήθως παρουσιάζεται πιο συμπαγές και «ουδέτερο», ενώ η ίδια απόχρωση σε μεγαλύτερη επιφάνεια αλληλεπιδρά διαφορετικά με το φως, τη γυαλάδα και τη γωνία παρατήρησης. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να φαίνεται πιο έντονο ή πιο ανοικτό. Αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν σφάλματα, αλλά είναι φυσικές συνέπειες της οπτικής και της βιομηχανικής διαδικασίας.

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την ανθεκτικότητα και τη διάρκεια ζωής των χρωμάτων;

Η ανθεκτικότητα των χρωμάτων επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, με κυριότερο τις περιβαλλοντικές συνθήκες στις οποίες εκτίθεται μια βαμμένη επιφάνεια. Η θερμοκρασία και οι μεταβολές της, η υγρασία, η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας, καθώς και η παρουσία επιθετικών ρύπων στην ατμόσφαιρα —όπως η εγγύτητα στη θάλασσα ή σε βιομηχανικά περιβάλλοντα— επηρεάζουν σημαντικά την ανθεκτικότητα των αποχρώσεων.

Επιπλέον, ο τρόπος χρήσης και η θέση των βαμμένων στοιχείων σε ένα κτίριο, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος καθαρισμού τους, μπορούν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τη μακροχρόνια συμπεριφορά μιας βαμμένης επιφάνειας.

Υπάρχει τρόπος να διασφαλιστεί ότι, σε μια κατασκευή, το χρώμα θα διατηρήσει την απόχρωση και τη ζωντάνια του, ανεξαρτήτως εξωτερικών συνθηκών;

Για τη δημιουργία του χρώματος χρησιμοποιούνται χημικές ενώσεις που προσδίδουν την τελική απόχρωση. Οι ενώσεις αυτές, συνήθως οργανικής φύσης, επηρεάζονται από τις εκάστοτε περιβαλλοντικές συνθήκες, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την ακεραιότητά τους. Επιπλέον, αποτελούν μέρος ενός οργανικού επιστρώματος, το οποίο επίσης υφίσταται αλλοιώσεις λόγω της ηλιακής ακτινοβολίας.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, το χρώμα σε μια κατασκευή αποτελεί έναν «ζωντανό» παράγοντα που μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Ο βαθμός και η ορατότητα αυτής της μεταβολής εξαρτώνται από τον σχεδιασμό του βαφικού συστήματος που θα επιλεγεί, καθώς και από την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες περιβάλλοντος και χρήσης.

Τι θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ο κατασκευαστής ή ο αρχιτέκτονας κατά την επιλογή χρώματος;

Κατά την επιλογή χρώματος, ο αρχιτέκτονας ή ο κατασκευαστής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο την αισθητική όσο και τη λειτουργική απόδοση του συστήματος βαφής στο πραγματικό περιβάλλον του έργου.

Παράγοντες όπως η γεωγραφική θέση, η έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία, η υγρασία, η ατμοσφαιρική ρύπανση ή η θαλάσσια ατμόσφαιρα μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη μακροχρόνια αντοχή μιας απόχρωσης. Επιπλέον, η υφή, η γυαλάδα και η ανακλαστικότητα διαμορφώνουν όχι μόνο την οπτική εμπειρία αλλά και τη θερμική συμπεριφορά του κελύφους, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο για σύγχρονα ενεργειακά κτίρια. Εξίσου σημαντική είναι η συμβατότητα του χρώματος με τα υπόλοιπα υλικά της κατασκευής, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να παραμένει ομοιογενές και συνεκτικό. Τέλος, το σύστημα βαφής πρέπει να διαθέτει τις απαραίτητες πιστοποιήσεις ποιότητας και ανθεκτικότητας, διασφαλίζοντας ότι η απόχρωση δεν είναι μόνο αισθητικά άρτια αλλά και τεχνικά αξιόπιστη σε πραγματικές συνθήκες χρήσης. Έτσι, η επιλογή χρώματος αποτελεί μια ισορροπία μεταξύ σχεδιαστικής πρόθεσης και τεχνικής μακροβιότητας.

Η Χριστίνα Πλαΐνη σπούδασε Αρχιτεκτονική, ολοκληρώνοντας το πτυχίο Bachelor στο University of Westminster (1993-1996) και το Diploma στο University of East London (1997-1999). Παράλληλα, παρακολούθησε προπαρασκευαστικό τμήμα Art Foundation με ειδίκευση στο Film & Video στο University of Westminster (1992-1993). Αρχικά συνεργάστηκε με το αρχιτεκτονικό γραφείο «Α66 Εργαστήριο Αρχιτεκτονικής Δ. & Σ. Αντωνακάκη & ΣΙΑ Ο.Ε.» (1996-1997, 1999-2004), ενώ από το 2004 έως σήμερα ηγείται της μελετητικής ομάδας του «αρχιτεκτονικού γραφείου 3».

 

Η Νικολέττα Δρίτσα σπούδασε Interior Architecture, ολοκληρώνοντας το πτυχίο Bachelor of Arts στο Middlesex University – Αθηναϊκός Καλλιτεχνικός Τεχνολογικός Όμιλος (1997-2001). Αρχικά συνεργάστηκε με το αρχιτεκτονικό γραφείο «Α66 Εργαστήριο Αρχιτεκτονικής Δ. & Σ. Αντωνακάκη & ΣΙΑ Ο.Ε.» (2000-2004), ενώ από το 2004 έως σήμερα ηγείται της μελετητικής ομάδας του «αρχιτεκτονικού γραφείου 3».

Κτιριακό κέλυφος 2050!

Mediterranean Village Hotel & Spa
30-31/10 & 01/11 2026 Κατερίνη