Όταν η κατοικία χάνει τον χαρακτήρα της

Γιατί η αρχιτεκτονική του μέλλοντος δε χρειάζεται πιο εντυπωσιακά κτίρια, αλλά κτίρια με προσωπικότητα που αφηγούνται τη δική τους ιστορία.

Γράφει ο Γιάννης Τσούμος,
MEng, MSc, MBA Business Operations Manager, Υαλοδομή

Η σύγχρονη αρχιτεκτονική κατοικίας βρίσκεται ίσως στην πιο εντυπωσιακή περίοδο της ιστορίας της. Μεγάλα ανοίγματα, λεπτές διατομές, αόρατοι μηχανισμοί, ενεργειακές επιδόσεις που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν αδιανόητες και υλικά που επιτρέπουν στους αρχιτέκτονες να υλοποιήσουν σχεδόν οποιαδήποτε ιδέα.

Περπατάει κανείς σε μια νέα γειτονιά και βλέπει δέκα σύγχρονες κατοικίες. Είναι όλες εντυπωσιακές, αλλά αν αφαιρέσεις τον αριθμό της πόρτας, δύσκολα ξεχωρίζεις ποια είναι ποια. Ανάμεσα σε όλα αυτά, το γυαλί έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι ένα απλό δομικό υλικό. Είναι το μέσο που συνδέει τον εσωτερικό χώρο με το τοπίο, αφήνει το φυσικό φως να διαμορφώσει την καθημερινότητα των ανθρώπων και δημιουργεί την αίσθηση ελευθερίας που όλοι αναζητούμε σε μια κατοικία. Κι όμως, όσο περισσότερο εξελίσσονται οι τεχνολογίες τόσο περισσότερο γεννιέται ένα διαφορετικό ερώτημα: Μήπως αρχίζουμε να σχεδιάζουμε σπίτια που μοιάζουν υπερβολικά μεταξύ τους;

Περπατώντας σε πολλές νέες γειτονιές, βλέπει κανείς κατοικίες με κοινή αισθητική γλώσσα. Μεγάλες γυάλινες επιφάνειες, κυβιστικοί όγκοι, επίπεδες στέγες και ελάχιστα στοιχεία που διαφοροποιούν τη μία κατοικία από την άλλη. Είναι αναμφίβολα σύγχρονες, λειτουργικές και ενεργειακά αποδοτικές. Ωστόσο, συχνά λείπει εκείνο το στοιχείο που έκανε κάποτε κάθε σπίτι να αφηγείται τη δική του ιστορία.

Οι παλαιότερες κατοικίες δε διέθεταν τις σημερινές τεχνολογίες. Διέθεταν όμως κάτι εξίσου σημαντικό: προσωπικότητα. Η λεπτομέρεια στο παράθυρο, η φροντίδα του ξύλου, η επεξεργασία του μετάλλου, οι αναλογίες των ανοιγμάτων και κυρίως η υπογραφή του ανθρώπου που τις κατασκεύαζε. Η μαστοριά δεν κρυβόταν· αποτελούσε μέρος της αρχιτεκτονικής. Σήμερα, η τεχνολογία έχει λύσει σχεδόν όλα τα τεχνικά προβλήματα του γυαλιού. Διαθέτουμε υαλοπίνακες με εξαιρετική θερμομόνωση, υψηλή ηχομόνωση, αυξημένη ασφάλεια, αντοχή σε ακραίες καιρικές συνθήκες και δυνατότητα δημιουργίας εντυπωσιακών ανοιγμάτων που πριν από λίγα χρόνια θα ήταν αδύνατα. Αλλά ίσως το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι πλέον αν μπορούμε να κατασκευάσουμε ένα υαλοστάσιο έξι μέτρων. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει λόγος να το κάνουμε.

Η αρχιτεκτονική δεν είναι επίδειξη τεχνολογίας. Είναι η τέχνη της ισορροπίας. Το γυαλί οφείλει να υπηρετεί τον χώρο και όχι να γίνεται αυτοσκοπός. Ένα μεγάλο άνοιγμα αποκτά αξία όταν πλαισιώνει μια μοναδική θέα, όταν γεμίζει φυσικό φως έναν χώρο ή όταν δημιουργεί μια ουσιαστική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Όχι απλώς επειδή η τεχνολογία το επιτρέπει. Η πραγματική πολυτέλεια δε βρίσκεται στην ποσότητα του γυαλιού, αλλά στην ποιότητα της σκέψης που προηγείται της τοποθέτησής του.

Η κατοικία του μέλλοντος δε χρειάζεται περισσότερα τετραγωνικά μέτρα γυαλιού. Χρειάζεται περισσότερο χαρακτήρα. Χρειάζεται αρχιτεκτονικές αποφάσεις που θα αντέξουν στον χρόνο και δε θα ακολουθούν απλώς την αισθητική της εποχής. Χρειάζεται έργα που, ακόμη και μετά από τριάντα χρόνια, θα εξακολουθούν να συγκινούν.

Το γυαλί διαθέτει πλέον όλες τις τεχνικές δυνατότητες για να υπηρετήσει αυτό το όραμα. Το ζητούμενο δεν είναι να εντυπωσιάζει ως υλικό, αλλά να ενισχύει την ταυτότητα κάθε κατοικίας. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλύτερο στοίχημα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Να αξιοποιήσει την τεχνολογία χωρίς να χάσει την ανθρώπινη διάσταση. Να δημιουργήσει σπίτια που δε θα ξεχωρίζουν επειδή είναι μεγαλύτερα ή πιο διάφανα, αλλά επειδή έχουν ψυχή.

Γιατί οι κατοικίες που μένουν στη μνήμη μας δεν είναι εκείνες που ακολούθησαν πιστά τη μόδα της εποχής τους. Είναι εκείνες που απέκτησαν χαρακτήρα. Και ο χαρακτήρας δεν κατασκευάζεται από υλικά. Δημιουργείται από ανθρώπους που επιλέγουν να σχεδιάζουν με ευαισθησία, μέτρο και διαχρονική αισθητική.

Ο Γιάννης Τσούμος μεγάλωσε στην Αθήνα και είναι Βusiness Operator στην εταιρεία Υαλοδομή Μαυρόπουλος. Εναλλακτικά θα μπορούσε να εξερευνά τη φύση. Σπούδασε Μηχανολόγος Μηχανικός και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στα ρομποτικά συστήματα και μετέπειτα Biomedical Engineering στο Imperial College. Ένιωθε όμως ότι το μυαλουδάκι του δεν έχει γεμίσει ακόμα, οπότε έκανε MBA στο Alba και Business Strategic management στο MIT Sloan School. Μετά από όλα αυτά γνώρισε τον έρωτα με το γυαλί και παραμένει πιστός. Του αρέσει συνεχώς να εφευρίσκει και να εφαρμόζει καινούργιες ιδέες, ενώ τη γαλήνη του τη βρίσκει στα βουνά.